εφημερεύω

εφημερεύω
αμετ.
1) быть дежурным, дежурить;

εφημερεύω κοντά σε άρρωστο — дежурить у больного;

2) церк, быть приходским священником

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "εφημερεύω" в других словарях:

  • εφημερεύω — βλ. πίν. 19 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) Σημειώσεις: εφημερεύω : εύχρηστη είναι και η λόγια μτχ. ενεστώτα σε εκφρ. όπως εφημερεύων ιατρός, εφημερεύον φαρμακείο κτλ …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εφημερεύω — (ΑΜ ἐφημερεύω, Μ και ἐφημερεύγω και φημερεύγω) [εφήμερος] επιβλέπω, εποπτεύω καθ όλη την ημέρα, διημερεύω, είμαι σε υπηρεσία όλη την ημέρα (α. «ἐπιτιθέμενοι... τοῑς ἐφημερεύουσι μεθ ἡμέραν προφανῶς», Πολ. β. «εφημερεύον νοσοκομείο») νεοελλ. μσν.… …   Dictionary of Greek

  • εφημερεύω — εφημέρεψα 1. κάνω τακτικά μια δουλειά για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, επιβλέπω, επιστατώ: Κάθε μέρα εφημερεύουν ορισμένα νοσοκομεία. 2. για ιερείς, είμαι εφημέριος σε εκκλησία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφημερεύουσι — ἐφημερεύω keep guard by day pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐφημερεύω keep guard by day pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφημερεύσαντες — ἐφημερεύω keep guard by day aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφημέρευση — η [εφημερεύω] επίβλεψη, φρούρηση, επόπτευση καθ όλη την ημέρα …   Dictionary of Greek

  • εφημερευτής — ἐφημερευτής, ὁ (Α) [εφημερεύω] 1. αυτός που φυλάγει, που επιβλέπει καθ όλη την ημέρα 2. πληθ. οἱ ἐφημερευταί τίτλος ιερέων οι οποίοι διακονούν κατά σειρά σε εβραϊκή γιορτή («ὑποσημαίνοντός τινος τῶν ἐφημερευτῶν προσεύχονται τῷ θεῷ», Φίλ.) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»